Από το 1949, ενημέρωση με αξιοπιστία

Η οικονομική αποτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρεί την οικονομία το ισχυρό χαρτί του. Ωστόσο, αποτελεί μία από τις μεγάλες αποτυχίες του

Τον Ιούλιο του 2019 ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ένας από τους ευτυχέστερους πρωθυπουργούς στη νεότερη ιστορία. Δεν ήταν μόνο ότι είχε κερδίσει καθαρά τις εκλογές, είχε καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ήταν απόλυτα κυρίαρχος στο εσωκομματικό παιχνίδι. Ήταν και ότι κληρονομούσε μια οικονομία που ένα χρόνο πριν είχε βγει από τα μνημόνια, είχε επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης, η ανεργία μειωνόταν με σταθερό ρυθμό και διέθετε ένα σημαντικό «χρηματοδοτικό μαξιλάρι», καθώς η προηγούμενη κυβέρνηση δεν είχε κάνει προεκλογικές παροχές και είχε διαχειριστεί ιδιαίτερα συνετά τα δημοσιονομικά. Αντιθέτως, ο προκάτοχός του το 2015 είχε παραλάβει κυριολεκτικά άδεια ταμεία, μια κοινωνία σε βαθιά κρίση, ωμό εκβιασμό των δανειστών, που εξάντλησαν την εκδικητικότητά τους, για νέο μνημόνιο, την υποχρεωτική συνύπαρξη με έναν κυβερνητικό εταίρο που ιδεολογικά ερχόταν από το άλλο άκρο και βέβαια ένα κόμμα απροετοίμαστο για τη διακυβέρνηση και με διάφορες θεωρίες για το τι έπρεπε να κάνει.

Με αυτά τα δεδομένα ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε μια μεγάλη πραγματική ευκαιρία να κάνει αυτό που υποσχόταν, δηλαδή να φέρει την οικονομία σε μια τροχιά ανάπτυξης. Ακόμη και αυτό που αργότερα αποδείχτηκε κερκόπορτα ωμής παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, το «επιτελικό κράτος», σε πρώτη φάση φάνταζε προσπάθεια το κυβερνητικό έργο να έχει πραγματικό συντονισμό και σχέδιο.

Είναι αλήθεια ότι οι όποιοι αρχικοί σχεδιασμοί ανακόπηκαν από την πανδημία και την υποχρεωτική ύφεση στην οποία οδηγήθηκε η παγκόσμια οικονομία. Όμως, ως προς τη δυνατότητα να ξεδιπλωθεί ένα διαφορετικό σχέδιο για την οικονομία, η πανδημία δεν αποτελούσε εμπόδιο. Αντιθέτως, με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να συναινούν στη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων και κυρίως με τη στρατηγικής σημασίας απόφαση για το Ταμείο Ανάκαμψης, έδωσαν πολύ μεγάλα περιθώρια και αποτελεσματικά εργαλεία παρέμβασης στην οικονομία. Να το πούμε πολύ απλά: τόσο σε επίπεδο χρηματοδότησης όσο και ευρύτερου πολιτικού και δημοσιονομικού πλαισίου, η χώρα βρέθηκε στη θέση να μπορεί να βάλει τις βάσεις για ένα νέο διαφορετικό οικονομικό υπόδειγμα, μια νέα τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης, χωρίς τις στρεβλώσεις του παρελθόντος και προφανώς με ορίζοντα την κοινωνική ευημερία.

Επτά χρόνια μετά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του απέτυχαν στην αναμέτρηση με αυτή την πρόκληση.

Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την ανάγνωση της φετινής ετήσιας έκθεσης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, που καταρχάς δείχνει ότι η χώρα μπορεί να εμφανίζει μια οικονομική σταθερότητα και να διατηρεί ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από ορισμένες μεγάλες οικονομίες της ΕΕ, όπως η Γερμανία (0,2%), η Γαλλία (0,8%), η Ιταλία (0,5%), η Ολλανδία (1,8%) και η Αυστρία (0,6%), όμως υπολείπεται του δυναμισμού που δείχνουν οι οικονομίες χωρών όπως Ιρλανδία (12,3%), η Μάλτα (4,0%), η Κύπρος (3,8%), η Πολωνία (3,6%), η Κροατία (3,4%), η Βουλγαρία (3,1%), η Δανία (2,8%), η Ισπανία (2,8%) και η Τσεχία (2,6%).

Αντίστοιχα το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα μας αυξήθηκε ανάμεσα στο 2019 και το 2025 από 17.210 ευρώ σε 19.400, όμως αντίστοιχα ανέβηκε και το μέσο πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ-27 από 32.700 σε 34.110 ευρώ. Άρα εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο η πραγματική σύγκλιση. Και εάν πάμε σε υπολογισμό του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, τότε η εικόνα είναι πολύ χειρότερη. Η χώρα εκεί έχει εμφανίσει μικρή βελτίωση τα τελευταία χρόνια και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ υπολογιζόμενο έτσι υπολείπεται κατά 32% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, την ώρα που άλλες χώρες εμφανίζουν ταχύτερη πραγματική σύγκλιση. Η Βουλγαρία ανάμεσα στο 2019 και το 2025 πήγε στον αντίστοιχο δείκτη από το 55 στο 68, φτάνοντας την Ελλάδα, ενώ στην Κροατία ο δείκτης αυξήθηκε από 67 σε 78, στη Ρουμανία από 69 σε 78, στην Πολωνία από 74 σε 81, στην Πορτογαλία βελτιώνεται από 77 σε 81 και στη Λιθουανία από 83 σε 88. Κοινώς αυτές οι χώρες κινούνται πολύ περισσότερο προς την πραγματική σύγκλιση ενώ η χώρα μας είναι ουσιαστικά ουραγός.

 

Όλα αυτά μας φέρνουν στην ουσία του προβλήματος που είναι ένα στρεβλό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Η κατανάλωση παραμένει βασική παράμετρος του όποιου οικονομικού δυναμισμού, καθώς το 2025 αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ όταν στην ΕΕ-27 ο μέσος όρος είναι 51,2%. Αντίστοιχα, παρά την ανάκαμψη της επενδυτικής δραστηριότητας που από 11% φτάνει το 16,9% το 2025, αυτή η δυναμική εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου που είναι 21,3%. Μόνο που αυτές οι συγκριτικά χαμηλότερες αναλογικά επενδύσεις σημαίνουν ότι δεν προχωράει και ο παραγωγικός μετασχηματισμός της χώρας. Την ίδια ώρα, το εμπορικό έλλειμμα παραμένει σοβαρό πρόβλημα, αφού οι εισαγωγές είναι περισσότερες από τις εξαγωγές, με αποτέλεσμα οι καθαρές εξαγωγές να είναι -4,5% (το 2019 ήταν -1,5%), την ώρα που στην Ευρώπη είναι 3.8% του ΑΕΠ. Και αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της σημαντικής εσωτερικής ζήτησης δεν μετατρέπεται σε εγχώρια παραγωγή αλλά σε εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες. Και όσο αναπαράγεται ένα παραγωγικό μοντέλο με την κατανάλωση στο κέντρο του, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός παραγωγικός μετασχηματισμός.

 

Όμως, και με το είδος της επένδυσης υπάρχει πρόβλημα. Η έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ παρατηρεί την κλαδική κατανομή ενός δείκτη, του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου που αντιστοιχεί σχηματικά στο τι γίνεται όλη αυτή η επένδυση. Εκεί βλέπει κανείς ότι το ποσοστό των κατοικιών από 7,4% πηγαίνει στο 18,2%, την ώρα που τα ποσοστά όλων των δεικτών που αφορούν εξοπλισμό υποχωρούν, συμπεριλαμβανομένων και κλάδων που δείχνουν εάν γίνεται σημαντική επένδυση σε νέες τεχνολογίες, όπως η υποχώρηση της συμμετοχής του εξοπλισμού τεχνολογίας, πληροφορικής και επικοινωνίας στο ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου από 9,6% σε 7,7%.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και στρεβλώσεις ως προς την κλαδική κατανομή της παραγωγικής δραστηριότητας. Η βελτίωση της συμμετοχής της μεταποίησης στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία στο 17,7% δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου που είναι 24,7%, με αποτέλεσμα στη χώρα μας οι υπηρεσίες να έχουν υψηλότερη συμμετοχή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ως αποτέλεσμα παρά την αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, στο 15,2%, αυτό το ποσοστό υπολείπεται κατά τέσσερις μονάδες του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Προβλήματα υπάρχουν και με τους δείκτες που αφορούν την αγορά εργασίας. Είναι πολύ σημαντικό ότι έχει υποχωρήσει η ανεργία, όμως το συνολικό ποσοστό απασχόλησης των ατόμων 15-64  ετών μπορεί να αυξάνεται, όμως υπολείπεται των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών.

Και βέβαια η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι στη χώρα μας οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να έχουν χαμηλές πραγματικές αμοιβές, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις. Όπως, υπογραμμίζει η έκθεση, το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός ανήλθε στη χώρα μας στα 18.134 ευρώ, αυξημένος κατά 3,9% έναντι του 2024 και 19,7% έναντι του 2019. Παρόλα αυτά, το ύψος του συνέχιζε και πέρυσι να είναι χαμηλότερο κατά 12% σε σχέση με το 2009, όντας χαμηλότερο ακόμη και από το επίπεδο του 2012 (-0,9%). Εάν τώρα πάμε να δούμε τους πραγματικούς μισθούς τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα: Βλέπουμε ότι το 2025 το ύψος του ανήλθε στα 14.998 ευρώ, επίπεδο το οποίο, αν και οριακά υψηλότερο από το 2024 (+1,3%), ήταν χαμηλότερο κατά 31% σε σχέση με το 2009 και σχεδόν αντίστοιχο του 2019 (+0,3%). Σε πραγματικούς όρους, το 2025 το μέσο ωρομίσθιο στη χώρα μας αντιστοιχούσε μόλις στο 73,5% του 2009, ενώ συγκριτικά με το 2019 σημείωσε οριακή αύξηση κατά 2%. Και όλα αυτά την ώρα που η χώρα μας παραμένει πρωταθλήτρια στην Ευρώπη ως προς τις μέσες συνήθεις ώρες εργασίας ανά εβδομάδα που είναι 41.

Όλα αυτά δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή τόσο σε ονομαστικούς όσο και σε πραγματικούς όρους οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα πληρώνονται πιο χαμηλά από ό,τι το 2009. Και είναι αυτό ακριβώς που εξηγεί γιατί στη χώρα μας υπάρχει μια πραγματική κρίση κόστους ζωής, ακριβώς γιατί οι μισθοί στη χώρα μας παραμένουν πολύ χαμηλοί.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κατάφερε να δρομολογήσει ένα διαφορετικό οικονομικό υπόδειγμα για τη χώρα μας. Παρά την αύξηση της παρουσίας της μεταποίησης και ως ένα βαθμό των επενδύσεων, εντούτοις η βασική στρέβλωση που είναι η επικέντρωση στις υπηρεσίες και στην κατανάλωση παραμένει, την ίδια στιγμή που η διαρκής υποτίμηση της εργασίας αποτυπώνεται στους χαμηλούς ονομαστικούς αλλά και πραγματικούς μισθούς, κάτι που δείχνει ότι η φτηνή εργασία ορίζεται, ρητά ή άρρητα, ως στρατηγική επιλογή.

Όμως, μια χώρα ουραγός ως προς τους μισθούς, με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και με ένα στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης -βασικά ακόμη ποντάρει στις υπηρεσίες, τον τουρισμό και το real estate ως «ατμομηχανή ανάκαμψης»-, η οποία δεν κατάφερε να αξιοποιήσει όσο έπρεπε το Ταμείο Ανάκαμψης – που σε μεγάλο βαθμό αξιοποιήθηκε ως χρηματοδότηση και όχι ως επένδυση με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα – δεν είναι μια πετυχημένη χώρα.

Και αυτή τη φορά η ευθύνη δεν έχει να κάνει με καταστροφικές επιλογές της Τρόικας ή τον ασφυκτικό χαρακτήρα των Μνημονίων. Ούτε με εξωγενείς παράγοντες, ακριβώς γιατί τους ίδιους αντιμετώπισαν και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αποτελούν το μέτρο σύγκρισης. Έχει να κάνει με την αποτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη και του οικονομικού επιτελείου του, του νυν υπουργού Εθνικής Οικονομίας Κυριάκου Πιερρακάκη συμπεριλαμβανομένου, να επεξεργαστούν σοβαρό σχέδιο, πέραν μιας γενικής αντίληψης να «ικανοποιήσουν τις αγορές» και να σκεφτούν την οικονομία ως κάτι που αφορά τη συλλογική κοινωνική ευημερία, ξεκινώντας από τις δυνάμεις της εργασίας, και όχι ως απλό μηχανισμό εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων

Διαβάστε ακόμη

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης, την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. Δείτε τους ανανεωμένους όρους χρήσης για την προστασία δεδομένων και τα cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ