Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η διαφωνία είναι αναμενόμενη. Υπάρχουν όμως και στιγμές που κυριαρχεί η απογοήτευση. Και η δική μου σήμερα είναι ειλικρινής. Γνώρισα τον Αλέξανδρο Κολιάδη πολύ πριν φορέσει το κοστούμι του Δημάρχου . Υπήρξα στενός φίλος του. Γνώριζα τις αδυναμίες του χαρακτήρα του, τις απότομες εναλλαγές στη στάση και την ευκολία με την οποία περνούσε από τη σύγκρουση στη συνεννόηση. Πίστευα, όμως, ότι η μεγάλη τιμή αλλά και το μεγάλο βάρος της Δημαρχίας θα λειτουργούσαν καταλυτικά. Ότι η ευθύνη απέναντι στη Ρόδο θα επέβαλλε περισσότερη σταθερότητα, μεγαλύτερη σοβαρότητα και βαθύτερη θεσμική συνείδηση. Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, δυστυχώς, με διαψεύδουν. Και το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Γιατί όταν ο πρώτος πολίτης του νησιού εμφανίζεται να αλλάζει στάση μέσα σε λίγες ώρες, τότε δικαιολογημένα οι πολίτες αναρωτιούνται: ποια από τις δύο εικόνες είναι η αληθινή; Η οργισμένη καταγγελία ή τα χαμόγελα της επόμενης ημέρας; Ο Δήμαρχος Ρόδου, πριν από δύο ημέρες, επέλεξε να καταγγείλει δημόσια την Υπουργό Πολιτισμού, μιλώντας για φίμωση, απρέπεια και προσβολή απέναντι στους Ροδίτες. Από την οπτική που το παρέθεσε, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι είχε δίκιο και να ταυτιστεί μαζί του. Σήμερα, όμως, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Χαμόγελα, θερμή χειραψία και εγκάρδιο κλίμα. Σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα από όσα καταγγέλθηκαν με τόσο βαρύγδουπο τρόπο. Και εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: τι ακριβώς ήταν όλο αυτό;
Μια αυθεντική θεσμική αντίδραση ή μια επικοινωνιακή παράσταση με στόχο τις εντυπώσεις; Γιατί ένας Δήμαρχος δεν μπορεί τη μία ημέρα να εμφανίζεται ως αδικημένος υπερασπιστής της αξιοπρέπειας της Ρόδου και, από την οπτική που το παρέθεσε, να έχει δίκιο, και την επόμενη να συμπεριφέρεται σαν όλα να έχουν ξεχαστεί. Δεν μπορεί να καλεί τους πολίτες να εξοργιστούν και να ταυτιστούν μαζί του, για να τους αφήνει στη συνέχεια να αναρωτιούνται αν τελικά χρησιμοποιήθηκαν ως κοινό μιας καλά σκηνοθετημένης πολιτικής παράστασης. Και ας μην επικαλεστεί κανείς το επιχείρημα ότι «όλα έγιναν για το καλό του νησιού». Γιατί, αν πράγματι αυτό ήταν το μοναδικό κριτήριο, τότε όφειλε εξαρχής να εκφράσει τα παράπονά του θεσμικά και ιδιωτικά, χωρίς δημόσιους λεονταρισμούς και ανακοινώσεις που δυναμιτίζουν το κλίμα. Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι στη συνέχεια λειτούργησε θεσμικά επειδή δεν είχε άλλη επιλογή, βάζοντας πάνω απ’ όλα το αξίωμά του και το συμφέρον του τόπου. Διότι ο σεβασμός στη θεσμικότητα της θέσης του δεν είναι κάτι που ανακαλύφθηκε σήμερα. Και δυστυχώς, τόσο στην προχθεσινή ανακοίνωση όσο και κατά καιρούς στη δημόσια παρουσία του, η θεσμική αυτοσυγκράτηση και το μέτρο έχουν υποχωρήσει μπροστά στην ανάγκη της επικοινωνιακής διαχείρισης.
Δεν μπορεί, λοιπόν, να εμφανίζεται κατά περίπτωση ως θεσμικός εκφραστής της ενότητας και κατά περίπτωση ως αδιάλλακτος τιμητής των πάντων, ανάλογα με το τι εξυπηρετεί τη συγκυρία. Η συνέπεια στη στάση είναι αυτή που προσδίδει αξιοπιστία σε έναν θεσμό – όχι οι εναλλαγές ρόλων. Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι και όσοι έσπευσαν να τον στηρίξουν πολιτικά. Οι τοπικές οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ βρήκαν στο περιστατικό αφορμή να επιτεθούν στην κυβέρνηση, υιοθετώντας πλήρως τη ρητορική του Δημάρχου. Αναρωτιέμαι, άραγε, πώς αισθάνονται σήμερα βλέποντας αυτή την εικόνα. Δικαιωμένοι ή αδειασμένοι; Θεωρούν ότι συμμετείχαν σε μια ουσιαστική θεσμική διεκδίκηση ή μήπως επιστρατεύτηκαν πρόχειρα σε μια επικοινωνιακή αντιπαράθεση που έληξε πριν καν συμπληρωθούν σαράντα οκτώ ώρες; Η Ρόδος δεν έχει ανάγκη από εξάρσεις της στιγμής. Χρειάζεται σοβαρότητα, συνέπεια και θεσμική υπευθυνότητα. Ο Δήμαρχος Ρόδου είναι ο πρώτος πολίτης του νησιού. Και οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν ποια από τις δύο εικόνες τον εκφράζει πραγματικά: εκείνη της δημόσιας καταγγελίας ή εκείνη της εγκάρδιας συνάντησης της επόμενης ημέρας. Διότι και οι δύο μαζί δεν μπορούν να είναι αληθινές.
Οι Ροδίτες αξίζουν ηγεσίες που να μετρούν τα λόγια τους, να τιμούν τις δημόσιες τοποθετήσεις τους και να αντιλαμβάνονται ότι η αξιοπιστία ενός θεσμού χτίζεται δύσκολα, αλλά μπορεί να πληγεί μέσα σε μία μόνο φωτογραφία.
Οι πολίτες βλέπουν. Κρίνουν. Και, κυρίως, θυμούνται.