Οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας έχουν ιστορικά διαμορφωθεί από εντάσεις, με τις θετικές περιόδους να παραμένουν εξαίρεση. Ιδιαίτερα το Κυπριακό Ζήτημα και οι άλυτες διαφορές περί κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο έχουν αποτελέσει τα κύρια σημεία ρήξης. Από το 2023, οι εξελίξεις έχουν εγκαινιάσει μια νέα φάση προσέγγισης, ωστόσο η ευθραυστότητα αυτής της διαδικασίας και η πιθανότητα ανανεωμένης επιδείνωσης παραμένουν ισχυρές.
Ο πυρήνας των διαφορών εντοπίζεται στο Αιγαίο, στα δικαιώματα των μειονοτήτων, στον ενεργειακό ανταγωνισμό στην Ανατολική Μεσόγειο και στις σχέσεις με την ΕΕ. Η διαδικασία διαλόγου που ξεκίνησε το 2021 ήταν βραχύβια, όμως μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του Φεβρουαρίου 2023, η φιλική στάση της Ελλάδας άνοιξε μια νέα περίοδο αποκλιμάκωσης των εντάσεων.
Η οικονομική διπλωματία απέκτησε επίσης δυναμική. Οι συναντήσεις «Θετικής Ατζέντας», που ξεκίνησαν αρχικά το 2012, αναβίωσαν το 2023, εστιάζοντας στο εμπόριο, τον τουρισμό και την περιβαλλοντική συνεργασία. Οι συναντήσεις της Μεικτής Οικονομικής Επιτροπής και η ίδρυση ενός Μεικτού Επιχειρηματικού Συμβουλίου ενίσχυσαν τους δεσμούς. Στις συνόδους κορυφής του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ, οι ηγέτες συμφώνησαν σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Η Διακήρυξη των Αθηνών του Δεκεμβρίου 2023 τόνισε τις φιλικές σχέσεις και την καλή γειτονία. Το 2024, εφαρμόστηκε ένα καθεστώς βίζας κατά την άφιξη (visa-on-arrival) για τούρκους πολίτες που επισκέπτονται νησιά του Αιγαίου. Αυτή η περίοδος έδειξε ότι τα κανάλια επικοινωνίας μπορούν να παραμείνουν ανοιχτά ακόμη και χωρίς την επίλυση των θεμελιωδών διαφορών.
Παρά το θετικό κλίμα, οι έλληνες αξιωματούχοι συνέχισαν να παρουσιάζουν την Τουρκία ως την «κύρια απειλή». Δηλώσεις του Δένδια και του Πρωθυπουργού Μητσοτάκη τόνιζαν τον «αναθεωρητισμό» και την «επιθετικότητα», υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη. Η αδιάλλακτη στάση της Ελλάδας ως προς τα κυριαρχικά δικαιώματα ερχόταν σε αντίθεση με τη διακηρυγμένη αρχή της περί διαλόγου. Ο Πρόεδρος Ερντογάν, από την πλευρά του, τόνισε την επιθυμία για μια νέα εποχή και ανέδειξε τη ζημιά που προκαλεί η εχθρότητα. Ωστόσο, η ρητορική αποκάλυπτε περιορισμένη ελπίδα για ουσιαστική επίλυση.
Πρόσφατες εξελίξεις υποδεικνύουν τον κίνδυνο μιας νέας ρήξης. Κύριο μεταξύ αυτών είναι η εμβάθυνση των δεσμών της Ελλάδας με το Ισραήλ, στην οποία προστίθεται και η Ελληνοκυπριακή Διοίκηση (Σ.τ.μ.: όπως αποκαλεί η Τουρκία την Κυπριακή Δημοκρατία), σχηματίζοντας έναν τριμερή μηχανισμό που εκλαμβάνεται ως στρεφόμενος κατά της Τουρκίας. Παρά τις αμφιλεγόμενες ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα, η Ελλάδα αναβάθμισε τις σχέσεις σε «στρατηγική συνεργασία», επεκτείνοντας τη συνεργασία στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας και της ασφάλειας. Κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, έργα αμυντικής βιομηχανίας και το Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης της Πολεμικής Αεροπορίας στην Καλαμάτα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Το 2025, υπογράφηκε ένα τριμερές σχέδιο στρατιωτικής δράσης, ρητά στοχευμένο στην αποτροπή απέναντι στην Τουρκία.
Η ενεργειακή συνεργασία επίσης εντάθηκε. Η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Ελληνοκυπριακή Διοίκηση προώθησαν έργα μεταφοράς φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας προς την Ευρώπη, αποκλείοντας την Τουρκία. Η υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ συνάντηση «Υπουργών Ενέργειας 3+1» εγκαινίασε το Κέντρο Ενέργειας Ανατολικής Μεσογείου, επισημοποιώντας μια τετραμερή συμμαχία κατά της Τουρκίας.
Η συνεργασία της Ελλάδας με τη Γαλλία ενίσχυσε περαιτέρω αυτή τη στρατηγική εξισορρόπησης. Ανανεωμένες αμυντικές συμφωνίες, μαχητικά Rafale, φρεγάτες Belh@rra και συστήματα πυραύλων ενίσχυσαν τις στρατιωτικές δυνατότητες. Η συμφωνία SOFA μεταξύ Γαλλίας και Ελληνοκυπριακής Διοίκησης επέτρεψε στις γαλλικές δυνάμεις πρόσβαση σε βάσεις στο νησί, αυξάνοντας τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι ειδήσεις στα μέσα ενημέρωσης σχετικά με μια προτεινόμενη τουρκική εσωτερική θαλάσσια νομοθεσία φαίνεται πως προκάλεσαν αντίδραση στην Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία θεώρησε ότι η Τουρκία θα συμπεριλάμβανε στη νομοθεσία διατάξεις «δυσμενείς για την Ελλάδα».
Συμπερασματικά, η προσέγγιση από το 2023 έφερε σημαντικά κέρδη, όμως η επίμονη αντίληψη της Ελλάδας ότι η Τουρκία αποτελεί απειλή, καθώς και η ενίσχυση αυτής της αντίληψης μέσω διεθνών συμμαχιών, έχουν αυξήσει την ευθραυστότητα. Ενώ η «σεισμική διπλωματία» δημιούργησε ένα φιλικό κλίμα και η οικονομική συνεργασία διευρύνθηκε, οι στρατηγικές διεθνείς συνεργασίες της Ελλάδας με το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την εμπλοκή της Ελληνοκυπριακής Διοίκησης, έχουν επαναφέρει τις σχέσεις στα πρόθυρα ρήξης. Συνεπώς, μια διαρκής ομαλοποίηση απαιτεί έναν διάλογο βασισμένο στην εμπιστοσύνη, ο οποίος δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.
Ο Γιουσέλ Ασέρ (Yücel Acer) είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Yıldırım Beyazıt της Αγκυρας και προΐσταται του τουρκικού Κέντρου Δικαίου Θάλασσας (DEHUKAM) που προετοιμάζει το επίμαχο νομοσχέδιο Θαλασσίων Ζωνών