Από το 1949, ενημέρωση με αξιοπιστία

«Με έδειραν και με εκβίασαν για να καταθέσω ότι η Μπίκα βιάστηκε ομαδικά», υποστηρίζει ο διοργανωτής του περιβόητου πάρτι

Οι αποκαλύψεις του συνδέονται άμεσα με τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις, καθώς η Γεωργία Μπίκα κατηγορείται πλέον για ηθική αυτουργία σε αρπαγή, πράξη που χαρακτηρίζεται ως κακούργημα, αλλά και για σωματικές βλάβες και εξύβριση. Σύμφωνα με τη δικογραφία, η καταγγελλόμενη αρπαγή από τον μετρ του καταστήματος Αχίλλειον, Μάνου Παπαδόπουλου έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ποινικής έρευνας για τον φερόμενο βιασμό, με αποτέλεσμα να ασκηθούν ποινικές διώξεις και να παραπεμφθούν πέντε άτομα -συμπεριλαμβανομένης της Μπίκα- στην 6η τακτική ανακρίτρια Θεσσαλονίκης. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες και προβάλλει την εκδοχή της μέσα από τα δικόγραφα. Υπενθυμίζεται ότι με βούλευμα έχει απαλλαχθεί ο φερόμενος βιαστής της, ο 27χρονος Βασίλης Λεβέντης καθώς οι δικαστές έκριναν ότι η καταγγελία της Γεωργίας ήταν βασισμένη σε ψευδείς ισχυρισμούς.

Η συνέντευξη του Μάνου Παπαδόπουλου, που βρισκόταν στο περιθώριο μέχρι σήμερα, έρχεται να ρίξει φως σε γεγονότα που είχαν μείνει στο σκοτάδι, δίνοντας μια διαφορετική διάσταση στην υπόθεση που απασχολεί τη Δικαιοσύνη και την κοινωνία. Yπογραμμίζει ότι όλα όσα έχει καταγγείλει συνοδεύονται από αδιάσειστα στοιχεία, τα οποία έχουν κατατεθεί στις αρμόδιες αρχές, όπως η αστυνομία και η εισαγγελία. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνουν ίχνη αίματός του στο αυτοκίνητο των απαγωγέων, βιντεοληπτικό υλικό που καταγράφει τη στιγμή της απαγωγής του από το σπίτι του, καθώς και στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι βρισκόταν εκτός της περιοχής πριν από τα γεγονότα για τα οποία κατηγορήθηκε. Ο ίδιος εκφράζει αγανάκτηση για το γεγονός ότι, παρά την αθωότητά του, έγινε στόχος μίσους, με πορείες διαμαρτυρίας που τον παρουσίαζαν ως «τον χειρότερο άνθρωπο», ενώ δέχθηκε απειλές, ακόμα και βομβιστική επίθεση στην πολυκατοικία όπου διέμενε.

Τον συναντήσαμε στην Αθήνα, όπου ζει πλέον σε μια ιδιότυπη «εξορία», καθώς ο φόβος τον ανάγκασε να απομακρυνθεί από τη Θεσσαλονίκη μετά τα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Παρότι δεν έχει καμία εμπλοκή με όσα του αποδόθηκαν, και ενώ τα στοιχεία δείχνουν πως τα γεγονότα δεν εξελίχθηκαν όπως ισχυρίζεται η Γεωργία Μπίκα, ο πρώην μετρ του «Αχίλλειον» βρέθηκε κυνηγημένος. Χωρίς άλλη επιλογή, εγκατέλειψε την πόλη του και αναζήτησε καταφύγιο στη πρωτεύουσα, προσπαθώντας να ξεκινήσει μια νέα αρχή μακριά από τις σκιές που τον ακολουθούν. Έτσι ξεκινάει η αφήγηση του, με έναν συνδυασμό φόβου, απογοήτευσης αλλά και της ελπίδας να αποκαταστήσει την αλήθεια.

«Με έδειραν και με εκβίασαν για να καταθέσω ότι η Μπίκα βιάστηκε ομαδικά», υποστηρίζει ο διοργανωτής του περιβόητου πάρτι
Ο Μάνος Παπαδόπουλος εγκατέλειψε για λόγους ασφάλειας τη Θεσσαλονίκη και βρήκε καταφύγιο στην Αθήνα

 

Το πάρτι στη σουίτα

«Λίγες ημέρες πριν από το συμβάν, τα παιδιά από την Αθήνα με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι θα έρθουν στη Θεσσαλονίκη. Είχαμε κανονίσει να βγούμε στα μπουζούκια, όμως δύο ημέρες πριν φτάσουμε, ανακοινώθηκε το lockdown. Έφτασαν στο μαγαζί το μεσημέρι πριν από την αλλαγή του χρόνου, και, καθώς γνωρίζαμε ότι το lockdown θα ξεκινούσε, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε τη βραδιά μας στη σουίτα του γνωστού ξενοδοχείου, αφού δεν είχαμε άλλη επιλογή.

Εκείνη την ημέρα, στο μαγαζί ήταν και η Γεωργία Μπίκα. Την κάλεσα κι εκείνη, όπως κάλεσα και άλλους φίλους μου. Η Μπίκα ήταν πελάτισσα του μαγαζιού εδώ και καιρό, έρχοταν σχεδόν τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα το τελευταίο εξάμηνο, οπότε θεώρησα φυσικό να την καλέσω κι αυτήν. Έφυγα από το μαγαζί για να πάω σε έναν φίλο μου, στον Χασάν, και γύρω στη μία και μισή έφτασα στη σουίτα. Η βραδιά ήταν ήρεμη, δεν υπήρχε δυνατή μουσική, μόνο περίπου 20 άτομα σε χαλαρή διάθεση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Εκείνο το βράδυ δεν αισθανόμουν καλά, αν και δεν γνώριζα ακόμη ότι είχα Covid. «Έφυγα από τη σουίτα γύρω στις τρεις το πρωί».

«Την ώρα που αποχωρούσα, χαιρέτησα τους πάντες. Η Μπίκα, μαζί με δύο φίλες της, με συνόδευσαν μέχρι την έξοδο. Τη χαιρέτησα και μπήκα στο αυτοκίνητο με κάποιες φίλες μου που με πήγαν σπίτι μου. Καθώς οδηγούσαμε, η Μπίκα με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι σκέφτεται να επιστρέψει στη σουίτα, επειδή ήταν νωρίς για να φύγει. Με ρώτησε πώς θα μπορούσε να ξαναμπεί, καθώς υπήρχε το lockdown, κι εγώ της είπα να πει τον αριθμό του δωματίου στη ρεσεψιόν. Μετά από αυτό, πήγα σπίτι και κοιμήθηκα».

Ο Παπαδόπουλος περιέγραψε πώς την επόμενη ημέρα, γύρω στις 10:30 το πρωί, ξύπνησε από κλήσεις της Μπίκα. «Με ενημέρωσε ότι δεν είχε επιστρέψει στο σπίτι της και με ρώτησε αν μπορούσε να έρθει για λίγες ώρες στο σπίτι μου, επειδή δεν είχε τρόπο να φύγει από τη Θεσσαλονίκη. Της είπα ότι έπρεπε να φύγω για το μαγαζί, αλλά μπορούσε να έρθει, να της αφήσω τα κλειδιά και να περιμένει εκεί».

«Μετά από περίπου 45 λεπτά, χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν η Μπίκα, και μου είπε ότι είχε φτάσει στο σπίτι και χρειαζόταν να πληρώσω το ταξί, γιατί δεν είχε χρήματα. Κατέβηκα για να της πληρώσω, και εκεί με περίμεναν δύο άνδρες, ο Κ. και ο Μ. Με άρπαξαν από το μπράτσο και με οδήγησαν σε ένα αυτοκίνητο που είχαν παρκαρισμένο εκεί κοντά».

«Με έδειραν και με εκβίασαν για να καταθέσω ότι η Μπίκα βιάστηκε ομαδικά», υποστηρίζει ο διοργανωτής του περιβόητου πάρτι
Το τζιπ με το οποίο απήχθη ο πρώην μετρ του «Αχίλλειον»

Διαβάστε ακόμη

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης, την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. Δείτε τους ανανεωμένους όρους χρήσης για την προστασία δεδομένων και τα cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ