Κατά δύο εργάσιμες ημέρες αυξήθηκε ο μέσος χρόνος παράδοσης της αλληλογραφίας στη χώρα το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΕΤΤ για τον Φορέα Παροχής Καθολικής Υπηρεσίας (ΕΛΤΑ). Από 5,8 ημέρες το 2024, ο μέσος χρόνος ανέβηκε στις 7,78 ημέρες το 2025, φτάνοντας στην πράξη –αν συνυπολογιστούν και τα Σαββατοκύριακα– περίπου τις 10 ημερολογιακές ημέρες.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι χρόνοι παράδοσης υπερβαίνουν σημαντικά τα όρια που έχει θέσει η Πολιτεία, τα οποία προβλέπουν διανομή εντός 3 εργάσιμων ημερών για το 90% της αλληλογραφίας α’ προτεραιότητας και εντός 5 ημερών για το 98%.
Σύμφωνα με τη μέτρηση της ΕΕΤΤ για το 2025, μόλις το 20,4% της αλληλογραφίας α’ προτεραιότητας παραδίδεται εντός τριών ημερών και το 42,8% εντός πέντε ημερών. Τα ποσοστά αυτά εμφανίζονται μειωμένα σε σχέση με το 2024, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 35,6% και 59,9%.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στην αλληλογραφία β’ προτεραιότητας, όπου το 2025 οι επιδόσεις διαμορφώνονται σε 22,1% εντός τριών ημερών και 41,5% εντός πέντε ημερών, δείχνοντας ότι και οι δύο κατηγορίες αλληλογραφίας κινούνται σε παρόμοια επίπεδα απόδοσης.
Η αξιολόγηση πραγματοποιείται κάθε χρόνο από ανεξάρτητο σύμβουλο που ορίζεται από την ΕΕΤΤ, μέσω πραγματικών αποστολών στο δίκτυο των ταχυδρομείων, ώστε να αποτυπώνεται η εικόνα της Καθολικής Ταχυδρομικής Υπηρεσίας στην πράξη.
Παρά τη μείωση της χρήσης της έντυπης αλληλογραφίας λόγω της ψηφιοποίησης, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες παραμένουν κρίσιμες για επιχειρήσεις και πολίτες, ιδιαίτερα για την αποστολή λογαριασμών και ενημερώσεων. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις έχουν οδηγήσει σε προβλήματα, όπως καθυστερημένες πληρωμές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διακοπές υπηρεσιών.
Στη διεθνή αλληλογραφία η εικόνα είναι ακόμη πιο αρνητική. Οι μετρήσεις της International Post Corporation (IPC) για το 2025 δείχνουν ότι τα ΕΛΤΑ δεν επιτυγχάνουν τους στόχους ταχύτητας και αξιοπιστίας που προβλέπονται, ούτε στην εξερχόμενη ούτε στην εισερχόμενη αλληλογραφία, με τις επιδόσεις να υπολείπονται σταθερά των ευρωπαϊκών προδιαγραφών.
Συνολικά, τα στοιχεία αποτυπώνουν μια συνεχιζόμενη υποχώρηση της ταχύτητας και αξιοπιστίας της ταχυδρομικής υπηρεσίας στη χώρα, με τις αποκλίσεις από τους θεσμοθετημένους στόχους να παραμένουν σημαντικές.