Από το 1949, ενημέρωση με αξιοπιστία

Η κυβέρνηση που έβλεπε τις τιμές να ανεβαίνουν και τους μισθωτούς να φτωχοποιούνται

Η κυβέρνηση αφήνει τον πληθωρισμό να εκτοξεύεται, χωρίς να παίρνει μέτρα, την ώρα που οι μισθωτοί, ιδίως του δημοσίου τομέα φτωχοποιούνται με ραγδαίους ρυθμούς

Τον Απρίλιο ο πληθωρισμός ήταν 5,4% σε ετήσια βάση. Τον Μάιο παραμένει ψηλά στο 5,2%. Πράγμα που σημαίνει ότι έχουν εξανεμιστεί ήδη οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, αλλά και οι περισσότερες αυξήσεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο υπήρξαν σε αποδοχές το προηγούμενο διάστημα.

Μάλιστα, εάν δούμε σε ποιες κατηγορίες προϊόντων έχουμε τις μεγαλύτερες αυξήσεις, σε ετήσια βάση, δηλαδή στη στέγαση (11.6%) και στις μεταφορές (11,5%), καταλαβαίνουμε ότι η αύξηση του κόστους ζωής για τα φτωχότερα στρώματα, αυτά που δίνουν μεγαλύτερο αναλογικά μέρος του εισοδήματός τους για ενοίκιο, είναι ακόμη μεγαλύτερη. Γιατί εάν ένα νοικοκυριό έχει 2000 ευρώ εισόδημα και έχει συνολικό μηνιαίο κόστος στέγασης 700 ευρώ, τότε επηρεάζεται πολύ περισσότερο από ό,τι ένα νοικοκυριό που έχει 4000 ευρώ εισόδημα και 1000 ευρώ συνολικό κόστος στέγασης.

Ο πρωθυπουργός μιλώντας στη συνεδρίαση της Πολιτικής Επιτροπής της ΝΔ υποστήριξε ότι η απάντηση που δίνει η κυβέρνησή του είναι η αύξηση των αποδοχών των εργαζομένων: «αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, που επέστρεψαν μετά από 14 χρόνια, στη σημαντικότατη αύξηση του κατώτατου μισθού, από τα 650 ευρώ στα 920 ευρώ. Και ναι, θα πετύχουμε και ενδεχομένως να ξεπεράσουμε και τον στόχο που είχαμε θέσει για κατώτατο μισθό 950 ευρώ το 2027. Τη δέσμευσή μας, η οποία έχει ήδη επιτευχθεί, να φτάσουμε τον μέσο μισθό για την πλήρη απασχόληση στα 1.500 ευρώ.»

Ας δούμε, όμως, λίγο καλύτερα τα στοιχεία που δίνει ο πρωθυπουργός. Η αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 880 στα 920 ευρώ είναι 4,55%. Ο μέσος μισθός πλήρους και μερικής απασχόλησης αυξήθηκε το 2025 στα 1.362,66 ευρώ από τα 1342 ευρώ το 2024. Αυτό σημαίνει ότι το 2025 η αύξηση ήταν 1,53%. Αντίστοιχα ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε το 2025 στα 1.516 ευρώ από 1.478 ευρώ το 2024, δηλαδή μια αύξηση 2,57%.

Η κυβέρνηση προτιμά πάντα να αναφέρεται όχι στις ετήσιες αυξήσεις, αλλά στη σωρευτική αύξηση από το 2019 και μετά. Έτσι επικαλείται ότι ο κατώτατος μισθός από το 2019 έχει αυξηθεί κατά 41,54%, ότι ο μέσος μισθός μερικής και πλήρους απασχόληση αυξήθηκε κατά 30,3% και ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης κατά 20%. Βεβαίως την ίδια στιγμή και για την περίοδο από το 2021 έως το 2026, ο πληθωρισμός στα είδη διατροφής είναι 39% και στη στέγαση 31,2%.

 

Για να καταλάβουμε τι σημαίνουν τέτοιες αυξήσεις του κόστους ζωής δεν αρκεί να σημειώσουμε ότι υπερβαίνουν τις αυξήσεις στις ονομαστικές αποδοχές. Σημαντικό στοιχείο είναι το ποσοστό του εισοδήματος που πηγαίνει σε αυτές τις δαπάνες. Το κόστος στέγασης ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών διαμορφώθηκε το 2025 στο 34,6% με βάση τα στοιχεία της Eurostat, έναντι 18,9% κατά μέσο όρο για τις χώρες της ΕΕ. Το 26,9% του πληθυσμού των ελληνικών πόλεων ζει σε νοικοκυριά για τα οποία το κόστος στέγασης υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στη ΕΕ διαμορφώθηκε στο 9,6%.

Όλα αυτά παραπέμπουν ακριβώς σε αυτή την εικόνα «φτωχοποίησης» που βιώνουν σημαντικά κομμάτια του πληθυσμού, ακόμη και εάν έχει αυξηθεί η απασχόληση, αλλά και οι ονομαστικές αποδοχές.

Μάλιστα, αυτή η κατάσταση είναι ακόμη πιο έντονη σε μια κοινωνική κατηγορία που παραδοσιακά τη θεωρούσαμε σχετικά «προνομιούχα»: τους δημοσίους υπαλλήλους.

 

Φέτος στις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση υποβλήθηκαν συνολικά 130.412 αιτήσεις, έναντι 152.278 αιτήσεων στις αντίστοιχες προκηρύξεις του 2023. Η διαφορά φτάνει τις 21.866 αιτήσεις, δηλαδή περίπου 14,4% λιγότερες. Η μεγαλύτερη πτώση καταγράφεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση: από 115.696 αιτήσεις το 2023, οι αιτήσεις περιορίστηκαν στις 94.220 το 2026, μείωση 21.476 αιτήσεων ή περίπου 18,6%. Αντίθετα, στην Πρωτοβάθμια η εικόνα παρέμεινε σχεδόν σταθερή, με 36.192 αιτήσεις το 2026 έναντι 36.582 το 2023.

Ίσως μια εξήγηση για αυτό να δίνει το γεγονός ότι ο μέσος καθαρός (στην τσέπη) μισθός ενός εκπαιδευτικού διαμορφώνεται ως εξής: 820 ευρώ ο μέσος καθαρός μισθός του νεοδιοριζόμενου, 1246 ο μέσος καθαρός μισθός στο μισθολογικό κλιμάκιο 10 (που αναλογεί σε 18-20 χρόνια προϋπηρεσία) και 1561 ευρώ ο μέσος καθαρός μισθός στο ΜΚ 19 (άνω των 36 ετών προϋπηρεσία). Αναρωτιέται κανείς ποιος θα πάει να εργαστεί με τέτοιους μισθούς.

Η μόνιμη επωδός της κυβέρνησης είναι ότι όλα αυτά έχουν κατά βάση εξωγενή αίτια και αφορούν την γεωπολιτική αναστάτωση που έχει προκαλέσει η πολεμική αναταραχή στη Μέση Ανατολή που μεταφράζεται σε αύξηση της τιμής του πετρελαίου και κατ’ επέκταση της ενέργειας συνολικά. Μόνο που αυτό δεν είναι κάτι που ισχύει ειδικά για την Ελλάδα. Όλη η Ευρώπη έχει επηρεαστεί από αυτές τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Ωστόσο, στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός είναι στο 3,2% και στην ΕΕ συνολικά 3%, με βάση τις εκτιμήσεις της Eurostat.

Άρα δεν είναι δεδομένο ότι θα έπρεπε να έχουμε τόσο μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής στη χώρα μας. Όμως, στη χώρα μας έχουμε μια κυβέρνηση που αρνείται να κάνει οποιαδήποτε παρέμβαση που θα μπορούσε να συγκρατήσει την αύξηση των τιμών, που αρνείται να μειώσει, έστω και βραχυπρόθεσμα, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τον ΦΠΑ, που αρνείται να αναμετρηθεί με υπαρκτές μονοπωλιακές συνθήκες στην αγορά, που θέλει να κρατήσει το «χρηματοδοτικό μαξιλάρι» που διαθέτει για παρεμβάσεις προς εξυπηρέτηση συμφερόντων που τα θεωρεί ιδιαίτερα φιλικά, αντί για παράδειγμα να ενισχύσει αντί να στοχοποιεί όλους εκείνους τους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα που αυτή τη στιγμή κρατούν όρθιο και το κράτος αλλά και την κοινωνία.

Και είναι ακριβώς αυτή η συνθήκη που εξηγεί γιατί αυτή τη στιγμή η κοινωνία είναι τόσο πολύ δυσαρεστημένη με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και τόσο απαισιόδοξη για το μέλλον. Δεν είναι ότι παρασύρεται από κάποιον «λαϊκισμό» ή ότι πείθεται από κάποια προπαγάνδα. Είναι ότι σε όλη την Ελλάδα καθημερινά τα νοικοκυριά κάνουν και ξανακάνουν τους υπολογισμούς τους, αλλά διαπιστώνουν πώς όσο οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, τόσο περισσότερο δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα και άρα αναγκάζονται σε οδυνηρές περικοπές.

Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορούν εύκολα να το συγχωρήσουν. Γιατί υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορούν να αντέξουν απλώς να επιβιώνουν και όχι να ζουν, με το μέλλον να διαγράφεται όλο και πιο δύσκολο και αβέβαιο.

Διαβάστε ακόμη

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης, την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. Δείτε τους ανανεωμένους όρους χρήσης για την προστασία δεδομένων και τα cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ