Για τον πατέρα Διονύσιο Ταμπάκη, εφημέριο στον Ιερό Ναό Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίτσα) του Ναυπλίου, το παρθενικό μουσικό άλμπουμ του με τίτλο «Paradise Metal» («Παραδεισένιο Μέταλ») δεν είναι μια προσπάθεια εντυπωσιασμού ή φλεξαρίσματος.

Κι ας προκαλεί εύλογη έκπληξη η εικόνα ενός 53χρονου Ορθόδοξου ιερέα να κρατά ηλεκτρική κιθάρα και να πειραματίζεται με τους ήχους και τις φόρμες της heavy metal.

Είναι, όπως γίνεται σαφές από τον τρόπο που μιλά για τη μουσική του, μια προσωπική και πηγαία ανάγκη έκφρασης. Μια ανάγκη που ξεκίνησε σε τοπικό επίπεδο, μέσα από την ενοριακή καθημερινότητα, και έφτασε την εβδομάδα που πέρασε να απασχολήσει διεθνή μέσα ενημέρωσης, ανάμεσά τους και τους New York Times.

 

Μέσα από το φαινομενικά αταίριαστο πάντρεμα της ηλεκτρικής κιθάρας με την ορθόδοξη πνευματικότητα, ο πατέρας Διονύσιος Ταμπάκης κατάφερε να γοητεύσει ακόμα και το χιλιοτραγουδισμένο Pitchfork. Σε κριτική του για το έργο, το γνωστό μέσο στάθηκε στη βυζαντινή καταγωγή του ήχου του, γράφοντας χαρακτηριστικά:

«Ο Ταμπάκης είναι ένας μουσικός της ανατολικής Μεσογείου στην πλήρη του διάσταση… Το σύστημα μέσα στο οποίο λειτουργεί είναι βυζαντινό, όχι ως μια απλή αισθητική επιλογή ή πολιτισμική αναφορά, αλλά ως εγγενής λογική».

Μολονότι ο πατέρας Διονύσιος στέκεται μάλλον αμήχανα απέναντι στο ενδιαφέρον που γέννησε η μουσική (και βέβαια η εικόνα του να ερμηνεύει με μια ηλεκτρική κιθάρα που φέρει σκαλισμένη τη φράση «Ιησούς Χριστός Νικά»), αποδέχτηκε την πρόσκληση να απαντήσει στις ερωτήσεις του «Β».

Ο ίδιος εξηγεί πώς η τέχνη λειτουργεί ως δίαυλος επικοινωνίας, περιγράφει τις αντιδράσεις της επίσημης ιεραρχίας, μιλά για το «θεϊκό μέταλ» της βυζαντινής μουσικής παράδοσης και οριοθετεί τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο ιερατικό σχήμα, τη διακονία και την αναπάντεχη για τον ίδιο δημοσιότητα που ήδη πέρασε τα σύνορα της Ελλάδας.

Πατέρα Διονύσιε, η heavy metal μουσική είναι ιστορικά συνυφασμένη με την αντισυμβατικότητα και συχνά με μια πιο σκοτεινή θεματολογία. Πώς προέκυψε το «Paradise Metal» ως όχημα έκφρασης της ορθόδοξης πνευματικότητας και πώς γεφυρώνεται αυτό το φαινομενικό χάσμα;

Πόσο όμορφο είναι να αντικρίζει ο άνθρωπος τα πάντα με καλούς και θετικούς λογισμούς. Είναι αλήθεια ότι η μέταλ μουσική έχει παρεξηγηθεί από τους ανθρώπους της Εκκλησίας. Αυτό, ως έναν βαθμό, είναι δικαιολογημένο, καθώς ορισμένα συγκροτήματα εξυμνούσαν -και συνεχίζουν να εξυμνούν- το σκοτάδι και τον διάβολο.

Με τον καιρό, όμως, παρατήρησα ότι στο εξωτερικό αναδείχθηκαν και άλλα ρεύματα μέταλ μουσικής, όπως το χριστιανικό ή light metal, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τον σατανισμό.

Ακόμη και το σχήμα της ηλεκτρικής κιθάρας, το οποίο πολλοί παραλληλίζουν με κέρατα, προσωπικά το συνδέω με το «κέρας του Μόσχου» που αναφέρεται στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Το σύμβολο αυτό αντιπροσωπεύει τη θυσία και την ιεροσύνη, καθώς η διήγηση του Λουκά ξεκινά μέσα στον Ναό (εκεί όπου γίνονταν οι θυσίες των ζώων) και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο λυτρωτικό έργο.

Τι υπέροχο θα ήταν, λοιπόν, να ξεπεραστούν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις με όπλο τον καλό λογισμό. Έτσι, οι μεταλλάδες θα μπορούσαν να αγαπήσουν τη βυζαντινή μουσική -η οποία, λόγω του βαριού και στιβαρού της χαρακτήρα, αποτελεί μια μορφή «θεϊκού μέταλ»- και οι άνθρωποι της θρησκείας να εκτιμήσουν την ηλεκτρική κιθάρα, που ο ήχος της πλησιάζει τόσο πολύ την ανθρώπινη φωνή.

Μέσα από μια τέτοια αμοιβαία προσέγγιση, η συνάντηση των Metallica με το Άγιον Όρος και της Εκκλησίας με τη μέταλ κοινότητα δε θα φάνταζε πλέον αδύνατη.

«Με το “Παραδεισένιο Μέταλ” η προσπάθειά μας είναι να εξυψώσουμε τη γη προς τον ουρανό, και όχι να προσγειώσουμε τον ουρανό στα μέτρα της γης».

Το πρόσφατο αφιέρωμα των New York Times μεταφέρει μια προσπάθεια που ξεκίνησε από το τοπικό, ενοριακό επίπεδο, σε ένα παγκόσμιο ακροατήριο. Σε ποιο βαθμό αυτή η εξωστρέφεια και η διεθνής προσοχή επαναπροσδιορίζουν τον αρχικό, ποιμαντικό στόχο του εγχειρήματος;

Ευλογημένη ψυχή, πολύ δύσκολα τα ρωτάς. Δεν είχα ποτέ την πρόθεση να κάνω τον κήρυκα ή να νουθετήσω τους άλλους από τη θέση του «Αγίου».

Αντίθετα, πιστεύω ότι εμείς έχουμε σήμερα ανάγκη να διδαχθούμε από την αθωότητα και την αυθεντικότητα των νέων παιδιών. Με το «Παραδεισένιο Μέταλ» η προσπάθειά μας είναι να εξυψώσουμε τη γη προς τον ουρανό, και όχι να προσγειώσουμε τον ουρανό στα μέτρα της γης. Στόχος είναι να φέρουμε τον κόσμο μέσα στην Εκκλησία και όχι να μετατρέψουμε την Εκκλησία σε έναν κοσμικό οργανισμό -λες και είμαστε πολιτικό κόμμα που αλλάζει διαρκώς συνθήματα για να δείχνει επικοινωνιακό και αρεστό.

«Κάθε μουσικό όργανο είναι και ένα παράθυρο που σου ανοίγει νέους και εκπληκτικούς κόσμους. Και όπως έλεγε ο Ρίτσος, δεν ζήλεψα τα μεγάλα σπίτια μα τα μεγάλα παράθυρα».

Όταν είσαι γνήσιος, απλός και αυθεντικός, ο κόσμος το νιώθει και τον κερδίζεις με έναν μυστικό, εσωτερικό τρόπο. Για μένα, η ερασιτεχνική ενασχόληση με τη μουσική είναι καθαρή ανάγκη της καρδιάς μου. Αν καταφέρνω να είμαι ειλικρινής και αληθινός ως άνθρωπος, αυτή η αυθεντικότητα θα αγγίξει και θα βοηθήσει και τους άλλους. Αν όχι, τότε δεν κάνουμε τίποτα.

Οτιδήποτε έχει μέσα του αγάπη και αισθητική είναι όμορφο. Η τέχνη δεν εργαλειοποιείται για κανέναν σκοπό. Ό,τι είσαι, αυτό και διδάσκεις.

Η εγχώρια εκκλησιαστική παράδοση είναι συνδεδεμένη με τη βυζαντινή υμνολογία και την ησυχαστική παράδοση. Ποιες ήταν οι αντιδράσεις της επίσημης ιεραρχίας, αλλά και του πιο παραδοσιακού ποιμνίου, απέναντι σε αυτή την καλλιτεχνική προσπάθειά σας;

Όλα από τον Επίσκοπο ξεκινούν. Σε αυτό βοηθάει που έχουμε έναν εξαιρετικό Δεσπότη, τον Νεκτάριο, πολυγραφότατο, κοσμογυρισμένο και ανοιχτόμυαλο. Διαθέτει μια υγιή και βαθιά πνευματικότητα, γεμάτη εμπειρίες από την πολυετή συναναστροφή του με σύγχρονους αγίους, όπως τον Άγιο Παΐσιο και τον Άγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.

Αν ήταν κάποιος άλλος με διαφορετικό πνεύμα, δεν θα τολμούσαμε ούτε κανάλι στο YouTube να έχουμε. Μα και γενικά, οι άνθρωποι εδώ στην Αργολίδα έχουν ανοιχτούς ορίζοντες και βλέπουν τα θρησκευτικά ζητήματα με καθαρή ματιά.

Υπάρχει η ανησυχία ότι στο «Paradise Metal» το έντονο ηχητικό περίβλημα -η φόρμα και η ένταση της μουσικής- μπορεί να επισκιάσει το ίδιο το θεολογικό μήνυμα; Ή θεωρείτε πως, στη δική σας δημιουργική διαδικασία, το μέσο και το μήνυμα είναι πλέον αδιαχώριστα;

Όντως όλα ενεργούν ενιαία. Ο κόσμος πλέον βλέπει και κρίνει συνολικά τα πράγματα. Μακάρι να υπάρχει αυτή η ισορροπία, ούτως ώστε και τα λόγια και η μουσική να αποτελούν μια αγκαλιά ανοιχτή σε όσους την ακούν.

Πόσα χρόνια ασχολείστε με τη μουσική; Ποιες είναι οι επιρροές και οι αγαπημένοι σας καλλιτέχνες;

Από μικρό παιδί, όταν ήμουν στο Δημοτικό, είχα αγοράσει μια φυσαρμόνικα. Μετά μια φθηνή ακουστική κιθάρα και πάει λέγοντας. Κάθε μουσικό όργανο είναι και ένα παράθυρο που σου ανοίγει νέους και εκπληκτικούς κόσμους. Και όπως έλεγε ο Ρίτσος, δεν ζήλεψα τα μεγάλα σπίτια μα τα μεγάλα παράθυρα.

Μου αρέσει πολύ να ακούω τον Νίκο Παπάζογλου που πολυσυνθέτει μέσα στις μουσικές του ρεμπέτικα, βυζαντινά ισοκρατήματα, ροκ, έντεχνα ακούσματα, αρχαία Ελλάδα, πόνο, νοσταλγία. Επίσης, απολαμβάνω πραγματικά να ακούω τον συντοπίτη και γείτονά μου, τον Βάγγο Ρόκο. Είναι ένα νέο παιδί με δικό του κανάλι στο YouTube, που απογειώνει την ηλεκτρική κιθάρα παίζοντας με την ίδια ευκολία από μέταλ μέχρι καντάδες.

«Όσο αξίζει μια απλή Θεία Λειτουργία σε ένα εκκλησάκι με δυο ανθρώπους μονάχα, δε φτάνει μια ολόκληρη συναυλία με χιλιάδες κόσμο και δόξες κοσμικές».

Γενικά, επιλέγω ακούσματα που εκπέμπουν ομορφιά, φως και αισιοδοξία -είτε πρόκειται για ένα ηλεκτρικό σόλο είτε για έναν αγιορείτικο ψαλμό. Αν και η σύγχρονη μέταλ έχει μια γοητευτική επανάσταση και έναν ασυμβίβαστο χαρακτήρα, στο τέλος όμως σου αφήνει μια επίγευση θλίψης, θυμού και ανησυχίας.

Είναι τόσο όμορφο όταν η μουσική καταφέρνει και φέρνει στις ψυχές μας φως, παρηγοριά, όνειρα και χαρά.

Ποια είναι τα όρια αυτού του μουσικού πειράματος; Πού χαράσσεται η κόκκινη γραμμή ανάμεσα στις απαιτήσεις της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας (παραγωγή, προώθηση, πλατφόρμες streaming) και στη φύση του ιερατικού σχήματος;

Το όριο το βάζει η γαλήνη μας και η ιεροσύνη. Οτιδήποτε αντιστρατεύεται σε αυτά τα δύο, τότε καλύτερα να λείπει. Όπως έλεγε και ένας σοφός: «Τέλειο είναι όταν λύνεις ένα πρόβλημα χωρίς παράλληλα να δημιουργείς κάποιο άλλο».

Άλλωστε, όσο αξίζει μια απλή Θεία Λειτουργία σε ένα εκκλησάκι με δυο ανθρώπους μονάχα, δε φτάνει μια ολόκληρη συναυλία με χιλιάδες κόσμο και δόξες κοσμικές.

«Το όριο το βάζει η γαλήνη μας και η ιεροσύνη. Οτιδήποτε αντιστρατεύεται σε αυτά τα δύο, τότε καλύτερα να λείπει».

Πατέρα Διονύσιε, το περιμένατε ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ σας θα είχε τόση απήχηση και θα απασχολούσε μέχρι και τον διεθνή Τύπο;

Ούτε στα πιο περίεργα θερινά όνειρα. Όλο αυτό με έχει βάλει σε μια αγχώδη αμηχανία, για να πω την αλήθεια. Είναι πρωτόγνωρος δρόμος, που όμως προσπαθούμε να τον βαδίσουμε με προσευχή, αγάπη και τιμιότητα.

Ο κάθε ιερέας έχει και τα χαρίσματά του. Μάλιστα τα πιο ευλογημένα και καλά χαρίσματα είναι τα θυσιαστικά και κρυφά, όπως λ.χ. του πεθερού μου του παπα-Θεοφάνη, που αγωνίζεται δεκαετίες με ηρωισμό στα ακριτικά χωριά της Κόνιτσας, μέσα στην αφάνεια, στα κρύα, στους γκρεμούς και στην ανθρώπινη εγκατάλειψη για να διακονεί με σεμνότητα όσους έχουν εναπομείνει.

Μακάρι όλη αυτή η μουσική προσπάθεια να βγάλει σε καλό και σε ωφέλεια και όχι σε βλάβη. Συνάμα με την προσφορά στον κόσμο πρέπει να προσέχουμε να μην εκθέσουμε την Εκκλησία και γίνουμε φαιδροί και γραφικοί και τοιουτοτρόπως πάμε για μαλλί και βγούμε κουρεμένοι. Η Παναγία να εμπνέει και να βοηθά.

INFO: Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής, στις 21/06 ο πατέρας Διονύσιος Ταμπάκης δίνει μια συναυλία στο Μουσείο Μελισσοκομικής Τέχνης Αργολίδας