Με αφορμή την παρουσίαση της κυκλοφοριακής μελέτης, ο κ. Τηλέμαχος Καμπούρης τοποθετήθηκε ως εξής:
«Ξεκινώντας, οφείλω να αναγνωρίσω δύο ιδιαίτερα θετικές εξελίξεις που ακούστηκαν σήμερα.
Η πρώτη αφορά την προοπτική πρόσληψης 30 δημοτικών αστυνομικών. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη, καθώς καμία κυκλοφοριακή ρύθμιση, κανένας κανονισμός και καμία πεζοδρόμηση δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς επαρκή έλεγχο και παρουσία στο πεδίο. Η ενίσχυση της Δημοτικής Αστυνομίας θα συμβάλει ουσιαστικά στην εφαρμογή των αποφάσεων του Δήμου και στη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Η δεύτερη είναι η πρωτοβουλία του Δήμου να προχωρήσει στην υποβολή της πρότασης “Rodos Flow” για χρηματοδότηση. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρόταση ανάπλασης, που δείχνει ότι η πόλη δεν περιορίζεται στη διαχείριση των σημερινών προβλημάτων, αλλά επιχειρεί να σχεδιάσει το μέλλον της. Σε μια εποχή όπου οι πόλεις καλούνται να διεκδικούν πόρους και ευκαιρίες ανάπτυξης, τέτοιες πρωτοβουλίες αξίζουν στήριξης. Εύχομαι πραγματικά να εξασφαλιστεί η απαραίτητη χρηματοδότηση, γιατί η Ρόδος και ειδικά το κέντρο της έχουν ανάγκη από έργα με όραμα, προοπτική και αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Ακούγοντας την εισήγηση και τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, θεωρώ ότι η κατεύθυνση της πρότασης είναι θετική και συμβαδίζει με τη σύγχρονη αντίληψη για ένα πιο ανθρώπινο, ασφαλές και λειτουργικό κέντρο πόλης. Η ενίσχυση της πεζής μετακίνησης, η αναβάθμιση του δημόσιου χώρου και η προσπάθεια περιορισμού της διαμπερούς κυκλοφορίας αποτελούν στόχους που δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει.
Ωστόσο, η επιτυχία μιας τέτοιας παρέμβασης δεν θα κριθεί από τις πεζοδρομήσεις καθαυτές, αλλά από το κατά πόσο θα αντιμετωπίσουμε έγκαιρα και αποτελεσματικά τις συνέπειες που αυτές δημιουργούν.
Για τον λόγο αυτό θεωρώ απαραίτητες έξι βασικές προϋποθέσεις:
Πρώτον, την πιλοτική εφαρμογή και αξιολόγηση των μέτρων πριν από την οριστική τους καθιέρωση. Τα κυκλοφοριακά μοντέλα αποτελούν σημαντικό εργαλείο σχεδιασμού, όμως η πραγματικότητα συχνά διαφοροποιείται από τις προβλέψεις. Μια δοκιμαστική περίοδος θα επιτρέψει να δούμε στην πράξη τι λειτουργεί και τι χρειάζεται διόρθωση, χωρίς να εγκλωβιστούμε σε αποφάσεις που αργότερα μπορεί να αποδειχθούν προβληματικές.
Δεύτερον, τη δημιουργία επαρκών εναλλακτικών χώρων στάθμευσης. Η απώλεια σημαντικού αριθμού θέσεων στάθμευσης αποτελεί ζήτημα που αφορά άμεσα κατοίκους, εργαζόμενους, επαγγελματίες και επισκέπτες. Εάν δεν δοθούν αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, το πρόβλημα θα μεταφερθεί στις γειτονικές περιοχές και στους γύρω δρόμους, δημιουργώντας νέες εστίες συμφόρησης.
Τρίτον, την ενίσχυση της δημόσιας συγκοινωνίας. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τον πολίτη να αφήσει το αυτοκίνητό του αν δεν του προσφέρουμε μια αξιόπιστη και λειτουργική εναλλακτική. Η σύνδεση χώρων στάθμευσης, λιμανιού, Νέας Αγοράς και βασικών σημείων ενδιαφέροντος με συχνές αστικές διαδρομές θα συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση της χρήσης του Ι.Χ.
Τέταρτον, την έξυπνη διαχείριση των νέων κυκλοφοριακών φόρτων. Η ίδια η μελέτη δείχνει ότι ορισμένοι δρόμοι θα επιβαρυνθούν σημαντικά. Επομένως απαιτείται συνεχής παρακολούθηση των δεδομένων, δυνατότητα παρεμβάσεων στους φωτεινούς σηματοδότες και ευελιξία στη διαχείριση της κυκλοφορίας, ώστε να αποφεύγονται νέα προβλήματα σε άλλα σημεία της πόλης.
Πέμπτον, την ιδιαίτερη μέριμνα για τους μόνιμους κατοίκους, τα άτομα με αναπηρία και τους επαγγελματίες της περιοχής. Η αναβάθμιση του κέντρου δεν πρέπει να μετατραπεί σε πρόσθετη δυσκολία για όσους ζουν και εργάζονται σε αυτό. Χρειάζονται συγκεκριμένες προβλέψεις για πρόσβαση, στάθμευση και τροφοδοσία, ώστε η καθημερινότητα να παραμείνει λειτουργική και ανθρώπινη.
Και έκτον, τη συνεχή παρακολούθηση της εφαρμογής μέσω αντικειμενικών δεικτών. Οφείλουμε να γνωρίζουμε με πραγματικά στοιχεία αν οι παρεμβάσεις πετυχαίνουν τους στόχους τους. Κυκλοφοριακοί φόρτοι, χρόνοι μετακίνησης, επίπεδα θορύβου, ποιότητα περιβάλλοντος και ικανοποίηση πολιτών πρέπει να αξιολογούνται συστηματικά, ώστε το Δημοτικό Συμβούλιο να λαμβάνει τεκμηριωμένες αποφάσεις.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η δική μας ευθύνη σήμερα είναι να διασφαλίσουμε ότι η μετάβαση σε ένα πιο ανθρώπινο κέντρο θα γίνει με σχέδιο, ισορροπία και ρεαλισμό. Να δημιουργήσουμε μια πόλη πιο φιλική στον πεζό, χωρίς να δυσκολεύουμε την καθημερινότητα κατοίκων, επαγγελματιών και επισκεπτών. Να αξιοποιήσουμε τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται, να διορθώσουμε εγκαίρως τις αδυναμίες που εντοπίζουμε και να εργαστούμε με γνώμονα το κοινό συμφέρον της πόλης.
Μόνο τότε θα μπορούμε να πούμε ότι πετύχαμε μια πραγματική αναβάθμιση της Ρόδου και όχι απλώς μια μεταφορά προβλημάτων από έναν δρόμο σε έναν άλλο.»