Όταν το μεροκάματο χάνεται στο πάρκινγκ
Τους τελευταίους μήνες, όσοι κινούνται καθημερινά στο κέντρο της Ρόδου βλέπουν μια νέα πραγματικότητα να διαμορφώνεται. Στο Μανδράκι, στον Ευαγγελισμό, μπροστά από το Δημαρχείο, το Καζίνο και στο κεντρικό πάρκινγκ της Περιφέρειας, οι δρόμοι έχουν πλέον χρωματιστεί με μπλε πλαίσια στάθμευσης, στο πλαίσιο της νέας πολιτικής διαχείρισης των θέσεων πάρκινγκ.
Η χρέωση των 1,5 ευρώ την ώρα είναι πλέον γεγονός. Και πράγματι, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι το κυκλοφοριακό πρόβλημα στο κέντρο της πόλης, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, απαιτεί λύσεις. Η ανάγκη να υπάρχει μια τάξη στη στάθμευση και να αποφεύγεται η κατάληψη των ίδιων θέσεων όλη την ημέρα είναι κατανοητή.
Όμως, μήπως σε αυτή τη συζήτηση λείπει ο πιο σημαντικός παράγοντας; Οι ίδιοι οι Ροδίτες.

Τα συγκεκριμένα σημεία δεν εξυπηρετούν μόνο επισκέπτες και περαστικούς. Εξυπηρετούν καθημερινά τουλάχιστον 3.000 εργαζόμενους που απασχολούνται στο κέντρο της πόλης, σε τουριστικές επιχειρήσεις, καταστήματα, γραφεία, υπηρεσίες και επιχειρήσεις εστίασης. Ανθρώπους που βρίσκονται εκεί όχι για αναψυχή, αλλά για να εργαστούν.
Είναι λογικό να αναρωτηθεί κανείς: πώς είναι δυνατόν να επιβάλλονται πρόστιμα των 30 ευρώ για παράνομη στάθμευση σε εργαζόμενους και κατοίκους που προσπαθούν απλώς να βρουν έναν τρόπο να πάνε στη δουλειά τους;
Μήπως τελικά η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη στάθμευση αλλά και το πώς αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία της πόλης;
Η Ρόδος είναι ένας κορυφαίος τουριστικός προορισμός και ο τουρισμός αποτελεί τη βασική κινητήρια δύναμη της οικονομίας της. Όμως η πόλη δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνο για τους επισκέπτες της. Υπάρχουν και οι άνθρωποι που την κρατούν ζωντανή κάθε μέρα. Οι εργαζόμενοι, οι επαγγελματίες, οι κάτοικοι.
Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα: ποιος θα εξυπηρετήσει τους τουρίστες αν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τον εαυτό τους;
Οι ελεύθερες θέσεις στάθμευσης βρίσκονται πλέον σε αρκετές περιπτώσεις εκτός του κέντρου της πόλης, σε αποστάσεις που μπορεί να φτάνουν ακόμη και τα 25 λεπτά με τα πόδια, πολλές φορές κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες και υψηλές θερμοκρασίες.
Την ίδια στιγμή, το χρόνιο πρόβλημα των μέσων μαζικής μεταφοράς παραμένει άλυτο. Η δημόσια συγκοινωνία στο νησί εξακολουθεί να μην μπορεί να καλύψει αποτελεσματικά τις ανάγκες χιλιάδων εργαζομένων. Είναι ρεαλιστικό να πιστεύει κανείς ότι το λιμάνι της Ακαντιάς ή οι περιφερειακοί χώροι στάθμευσης μπορούν να εξυπηρετούν καθημερινά 3.000-4.000 εργαζόμενους που πρέπει να βρίσκονται εγκαίρως στις θέσεις εργασίας τους;
Ίσως η λύση να μην είναι η πλήρης κατάργηση της ελεγχόμενης στάθμευσης. Ίσως, όμως, να απαιτείται μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση.
Γιατί να μη θεσπιστεί ένα ειδικό, συμβολικό πάσο στάθμευσης για τους Ροδίτες και ιδιαίτερα για τους εργαζόμενους του κέντρου; Και όταν λέμε συμβολικό, εννοούμε κάτι πραγματικά προσιτό και όχι ένα ακόμη δυσβάσταχτο κόστος που θα προστεθεί στα ήδη αυξημένα έξοδα της καθημερινότητας.
Η τοπική αυτοδιοίκηση και η πολιτεία οφείλουν να θυμούνται ότι πίσω από κάθε θέση στάθμευσης υπάρχει ένας άνθρωπος που προσπαθεί να εξασφαλίσει το μεροκάματό του. Ένας εργαζόμενος που πολλές φορές αμείβεται με 30-40 ευρώ την ημέρα.
Και είναι εύλογο να αναρωτιέται: πώς μπορεί να θεωρείται λογικό ένα σημαντικό μέρος αυτού του ποσού να επιστρέφει καθημερινά σε μια θέση στάθμευσης;
Η συζήτηση για το πάρκινγκ στο κέντρο της Ρόδου δεν είναι μόνο τεχνικό ή κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι κοινωνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα ισορροπίας ανάμεσα στην ανάπτυξη, τον τουρισμό και την ποιότητα ζωής των κατοίκων.
Και ίσως ήρθε η στιγμή να αναρωτηθούμε όλοι: η πόλη που χτίζουμε σήμερα εξυπηρετεί μόνο όσους την επισκέπτονται ή και εκείνους που ζουν και εργάζονται σε αυτήν καθημερινά;