Από το 1949, ενημέρωση με αξιοπιστία

Το ΔΝΤ προειδοποιεί: Οι παγκόσμιες ανισορροπίες επιστρέφουν

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια απειλή που σπάνια απασχολεί τα πρωτοσέλιδα, αλλά ιστορικά έχει βρεθεί στο επίκεντρο ορισμένων από τις μεγαλύτερες οικονομικές καταρρεύσεις των τελευταίων δεκαετιών. Ενώ οι επενδυτές και οι κυβερνήσεις επικεντρώνονται συνήθως στον πληθωρισμό, τα επιτόκια, τα δημόσια χρέη ή τις διακυμάνσεις των χρηματιστηρίων, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για ένα βαθύτερο και πιο σύνθετο πρόβλημα: την επανεμφάνιση των μεγάλων παγκόσμιων εξωτερικών ανισορροπιών.

Σύμφωνα με τις τελευταίες αναλύσεις του Ταμείου, τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα που συσσωρεύουν οι μεγάλες οικονομίες του πλανήτη αυξάνονται ξανά, ανατρέποντας τη σταδιακή αποκλιμάκωση που είχε καταγραφεί μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Το φαινόμενο αυτό αφορά κυρίως τη σχέση ανάμεσα στις χώρες που αποταμιεύουν και εξάγουν περισσότερο από όσο καταναλώνουν και σε εκείνες που εισάγουν περισσότερο από όσο παράγουν. Στην πρώτη κατηγορία βρίσκονται η Κίνα, η Γερμανία, η Ολλανδία και η Ιαπωνία, ενώ στη δεύτερη κυριαρχούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες εξακολουθούν να λειτουργούν ως ο μεγαλύτερος «απορροφητής» της παγκόσμιας αποταμίευσης.

Η ανησυχία του ΔΝΤ δεν αφορά μόνο το μέγεθος αυτών των ανισορροπιών, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να εξελιχθούν σε καταλύτη μιας νέας διεθνούς κρίσης. Όπως σημειώνει το Ταμείο, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η αύξηση των εξωτερικών ανισορροπιών συνοδεύεται συχνά από στρεβλή ανάπτυξη, υπερβολική εξάρτηση από τις χρηματοπιστωτικές ροές και αυξημένη πιθανότητα απότομων διακοπών της χρηματοδότησης. Με άλλα λόγια, όταν χώρες και αγορές συνηθίζουν να λειτουργούν με χρήματα που προέρχονται από το εξωτερικό, η ξαφνική διακοπή αυτής της ροής μπορεί να προκαλέσει οικονομικούς σεισμούς.

Η περίπτωση της Ισπανίας πριν από την κρίση του 2008 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά την ένταξή της στην ευρωζώνη, η χώρα επωφελήθηκε από τα χαμηλά επιτόκια και την αφθονία ξένων κεφαλαίων. Οι τράπεζες χρηματοδοτούσαν γενναιόδωρα την αγορά ακινήτων, τα νοικοκυριά δανείζονταν για να αγοράσουν κατοικίες και η οικονομία αναπτυσσόταν με γρήγορους ρυθμούς. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, κρυβόταν μια ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από κεφάλαια που προέρχονταν κυρίως από τη Γερμανία και άλλες πλεονασματικές οικονομίες. Όταν ξέσπασε η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και οι επενδυτές άρχισαν να αποσύρουν τα χρήματά τους, η Ισπανία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια βαθιά ύφεση, εκτίναξη της ανεργίας και μια πολυετή περίοδο επώδυνης προσαρμογής.

Σήμερα οι φόβοι επικεντρώνονται κυρίως στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να καταγράφουν μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ η Κίνα εμφανίζει και πάλι σημαντικά πλεονάσματα. Ορισμένοι οικονομολόγοι, όπως ο Μπραντ Σέτσερ του Council on Foreign Relations, υποστηρίζουν μάλιστα ότι το πραγματικό πλεόνασμα της κινεζικής οικονομίας είναι μεγαλύτερο από αυτό που καταγράφεται επισήμως. Αν η εκτίμηση αυτή είναι σωστή, τότε οι ανισορροπίες στο διεθνές οικονομικό σύστημα ενδέχεται να είναι ήδη πιο σοβαρές από όσο πιστεύεται.

 

Την ίδια στιγμή, κορυφαίες φωνές της διεθνούς οικονομικής σκέψης προειδοποιούν ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή οικονομικού ανταγωνισμού. Ο επικεφαλής οικονομικός αναλυτής των Financial Times, Μάρτιν Γουλφ, περιγράφει τη σημερινή περίοδο ως μια νέα «νεομερκαντιλιστική εποχή», κατά την οποία οι χώρες επιδιώκουν να ενισχύσουν τη γεωπολιτική τους ισχύ μέσω των εξαγωγών και της συσσώρευσης πλεονασμάτων. Η λογική αυτή, όπως σημειώνει, δεν είναι καινούργια. Έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στην οικονομική ιστορία και συχνά συνοδεύτηκε από περιόδους εντάσεων, εμπορικών συγκρούσεων και βαθιών κρίσεων.

Οι σημερινές συνθήκες παρουσιάζουν ορισμένες ανησυχητικές ομοιότητες με το παρελθόν, αλλά διαθέτουν και νέα χαρακτηριστικά που ενδέχεται να καταστήσουν την επόμενη κρίση ακόμη πιο σύνθετη. Σε αντίθεση με το 2008, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι πλέον πολύ πιο διασυνδεδεμένο. Τα κεφάλαια μετακινούνται με πρωτοφανή ταχύτητα, οι αγορές είναι περισσότερο αλληλοεξαρτώμενες και η μόχλευση παραμένει υψηλή σε πολλές περιοχές του συστήματος. Παράλληλα, οι αποτιμήσεις των αμερικανικών τεχνολογικών μετοχών βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, το ιδιωτικό χρέος έχει αυξηθεί σημαντικά και το δημόσιο χρέος πολλών κρατών αγγίζει επίπεδα που είχαν να παρατηρηθούν από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Κορέας, Λι Τζονγκ-Γουά, επισημαίνει ότι ο κίνδυνος σήμερα δεν προέρχεται αποκλειστικά από το μέγεθος των ανισορροπιών, αλλά από το γεγονός ότι αυτές συνδυάζονται με ένα ιδιαίτερα εύθραυστο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον. Η συγκέντρωση επενδυτικών κεφαλαίων σε λίγους τομείς, η μεγάλη έκθεση θεσμικών επενδυτών σε συγκεκριμένες αγορές και η εξάρτηση πολλών οικονομιών από συνεχή εισροή ξένων κεφαλαίων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ένα απρόβλεπτο γεγονός μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η πολιτική των δασμών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιχειρήσει τα τελευταία χρόνια να περιορίσουν τα εμπορικά τους ελλείμματα μέσω προστατευτικών μέτρων και αυξημένων δασμών, ιδιαίτερα απέναντι στην Κίνα. Ωστόσο, το ΔΝΤ θεωρεί ότι η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής είναι περιορισμένη. Οι δασμοί μπορεί να επηρεάζουν τις εμπορικές ροές βραχυπρόθεσμα, αλλά δύσκολα αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες των ανισορροπιών, οι οποίες σχετίζονται με τα επίπεδα αποταμίευσης, κατανάλωσης και επενδύσεων στο εσωτερικό κάθε οικονομίας.

Η πραγματική λύση, σύμφωνα με τους περισσότερους αναλυτές, θα απαιτούσε συντονισμένες κινήσεις από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Η Κίνα θα έπρεπε να ενισχύσει την εγχώρια κατανάλωση και να περιορίσει την εξάρτησή της από τις εξαγωγές, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αυξήσουν την αποταμίευση και να μειώσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα. Ωστόσο, η πολιτική πραγματικότητα καθιστά ένα τέτοιο σενάριο εξαιρετικά δύσκολο. Το Πεκίνο εξακολουθεί να στηρίζει μεγάλο μέρος της ανάπτυξής του στη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές, ενώ η Ουάσιγκτον παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο που βασίζεται στην κατανάλωση και στη συνεχή αύξηση του δημόσιου χρέους.

Το ανησυχητικό μήνυμα που εκπέμπουν το ΔΝΤ και πολλοί κορυφαίοι οικονομολόγοι δεν είναι ότι μια νέα κρίση είναι αναπόφευκτη ή ότι θα ξεσπάσει άμεσα. Είναι ότι το διεθνές οικονομικό σύστημα εμφανίζει ξανά τις ίδιες βαθιές ανισορροπίες που στο παρελθόν λειτούργησαν ως υπόβαθρο για μεγάλες αναταράξεις. Και σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική αντιπαράθεση εντείνεται, το χρέος συσσωρεύεται και οι χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, η επόμενη κρίση ίσως να μην προκληθεί από τις ανισορροπίες αυτές. Είναι όμως πολύ πιθανό να ενισχυθεί δραματικά εξαιτίας τους. Αυτό ακριβώς είναι το σενάριο που σήμερα φοβάται περισσότερο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Διαβάστε ακόμη

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης, την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς μας. Δείτε τους ανανεωμένους όρους χρήσης για την προστασία δεδομένων και τα cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ