Την ανάγκη να μην προχωρήσουν οι δήμοι σε νέες αυξήσεις τελών που θα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις υπογραμμίζει η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ). Με επιστολή προς τον πρόεδρο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), Λάζαρο Κυρίζογλου, η Ομοσπονδία ζητά να ληφθούν υπόψη οι αντοχές του τουριστικού κλάδου, με αφορμή και το συνέδριο της ΚΕΔΕ που διεξάγεται στην Καλαμάτα.
Βασικό σημείο προβληματισμού αποτελεί η εφαρμογή του νέου Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης (Τ.Τ.Α.) από την 1η Ιανουαρίου 2027, το οποίο θα αντικαταστήσει το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ) και τον Φόρο Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων (ΦΗΧ). Η ΠΟΞ εκτιμά ότι η αλλαγή ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις για τα ξενοδοχεία, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι δημοτικές αρχές εξετάζουν την επιβολή του υψηλότερου επιτρεπόμενου συντελεστή.
Με βάση το νέο πλαίσιο, το τέλος θα υπολογίζεται επί της αξίας των ακινήτων και ο συντελεστής του θα κυμαίνεται από 0,30‰ έως 0,70‰, με τα δημοτικά συμβούλια να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν διαφορετικά ποσοστά ανά δημοτική ενότητα. Υψηλότερος συντελεστής μπορεί να εφαρμοστεί μόνο εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και προηγηθεί ειδική τεκμηρίωση από την οικονομική υπηρεσία του δήμου. Οι αποφάσεις που αφορούν το 2027 πρέπει να έχουν αποσταλεί στον ΔΕΔΔΗΕ έως τις 30 Νοεμβρίου.
Η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι η ενοποίηση των δύο προηγούμενων επιβαρύνσεων σε ένα τέλος που βασίζεται στην αξία της ακίνητης περιουσίας δημιουργεί ένα νέο τοπίο για τις επιχειρήσεις, χωρίς να είναι ακόμη ξεκάθαρο το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα. Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τις ξενοδοχειακές μονάδες, οι οποίες διαθέτουν συνήθως μεγάλης έκτασης ακίνητα και ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στο κόστος ανάλογα με την περιοχή δραστηριοποίησής τους. Μάλιστα, η ΠΟΞ αναφέρει ότι σε ορισμένους δήμους έχει ήδη επιλεγεί ο ανώτατος συντελεστής του 0,70‰.
Η Ελλάδα με υψηλότερο κόστος σε σύγκριση με την Κύπρο
Στην επιστολή της, η ΠΟΞ συνδέει τις νέες πιθανές επιβαρύνσεις με το ήδη αυξημένο φορολογικό και λειτουργικό κόστος που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά ξενοδοχεία σε σχέση με άλλες ανταγωνιστικές τουριστικές αγορές.
Επικαλούμενη στοιχεία πρόσφατης μελέτης του ΙΝΣΕΤΕ, αναφέρει ότι σε ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων, με τιμή δίκλινου δωματίου 150 ευρώ, οι φόροι και το μη μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα φτάνουν τα 44,7 ευρώ, ποσοστό 29,8% της τιμής. Στην Κύπρο, το αντίστοιχο ποσό ανέρχεται σε 24,1 ευρώ ή 16,1%.
Επιπλέον, η λειτουργική κερδοφορία (ΚΠΦΤΑ) των ελληνικών ξενοδοχείων εμφανίζεται μειωμένη κατά περίπου 38,4%, ενώ το νεκρό σημείο λειτουργίας υπολογίζεται στα 124,6 ευρώ ανά δωμάτιο, έναντι 108,7 ευρώ στην κυπριακή αγορά.
Κατά την ΠΟΞ, η επιβολή πρόσθετων σταθερών εξόδων περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια λειτουργίας των επιχειρήσεων και δυσκολεύει την προσπάθεια επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου. Η Ομοσπονδία προειδοποιεί ότι η αύξηση του κόστους μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό των ημερών λειτουργίας των ξενοδοχείων, με αντίστοιχες συνέπειες για την απασχόληση και τα εισοδήματα των τοπικών κοινωνιών.
Παράλληλα, σημειώνει ότι οι αυξήσεις δημοτικών επιβαρύνσεων έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, καθώς αρκετοί δήμοι έχουν αναπροσαρμόσει προς τα πάνω το τέλος διαμονής παρεπιδημούντων. Ειδικότερα, από έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε 40 δήμους προέκυψε ότι οι 24 είχαν προχωρήσει σε αύξηση του συγκεκριμένου τέλους.
Η ΠΟΞ θεωρεί ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτυπώνει την αυξανόμενη μεταφορά οικονομικών βαρών στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και ζητά από τους δήμους να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, ώστε να μην επιβαρυνθεί περαιτέρω η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού.