Όταν ένας γονέας βρεθεί αντιμέτωπος με μια βαριά ασθένεια ή πλησιάζει στο τελευταίο στάδιο της ζωής του, το αόρατο τείχος προστασίας που περιβάλλει την οικογένεια καταρρέει. Η αναμέτρηση με το θάνατο και την απώλεια είναι ίσως η πιο σκληρή δοκιμασία της ανθρώπινης ύπαρξης. Μέσα όμως από την ειλικρίνεια, την αγάπη και τη σωστή ψυχολογική καθοδήγηση, τα παιδιά αλλά και οι ενήλικες μπορούν να βρουν τη δύναμη να αντέξουν.
Όταν η Ελένη K. διαγνώστηκε με καρκίνο στον τράχηλο της μήτρας, η καθημερινότητά της μετατράπηκε σε έναν αγώνα από θεραπείες, εξάντληση και πόνους. Τα μαλλιά της είχαν πέσει, το σώμα της είχε αλλοιωθεί και η κόπωση αποτυπωνόταν στο πρόσωπό της. Η εξωτερική της εικόνα πρόδιδε τη μάχη που έδινε. Τότε ήταν που η εξάχρονη τότε κόρη της έκανε την ερώτηση που κανένας γονιός δεν είναι έτοιμος να ακούσει: «Μαμά, θα πεθάνεις;»
«Εκείνη η στιγμή με πόνεσε περισσότερο κι από τον ίδιο τον καρκίνο», εξομολογείται στα nea.gr. «Ήταν η στιγμή που μίσησα την ιατρική, το θεό, τα πάντα. Έβλεπα το παιδί μου να φοβάται και να συνειδητοποιεί ότι η μαμά του δεν είναι αήττητη, ότι κινδυνεύω. Και άρα κινδυύνευε κι εκείνη. Αυτός ο φόβος στα μάτια της ήταν πιο βαρύς από κάθε χημειοθεραπεία».
Ανάλογο ήταν και το σοκ για τη Μαρία, όταν χρειάστηκε να μιλήσει ειλικρινά με τον εννιάχρονο γιο της, ενώ πάλευε με μια επιθετική μορφή καρκίνου. «Τα παιδιά νιώθουν τα πάντα, ακόμα κι όταν προσπαθούμε να το κρύψουμε πίσω από ψεύτικα χαμόγελα. Όταν με ρώτησε αν θα πάθω κάτι κακό, ένιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Δεν ήθελα να του δώσω ψευδαισθήσεις, αλλά δεν άντεχα του φορτώσω και τον δικό μου τρόμο. Εκείνο το “γιατί σε εμάς;” αντηχούσε μέσα μου για μήνες».
Ο πόνος της απώλειας και του φόβου δεν αφορά μόνο μικρά παιδιά. Αγγίζει με την ίδια ένταση και τους νεαρούς ενήλικες, που καλούνται να αποχαιρετήσουν τους γονείς τους. Ο Γιώργος είναι σήμερα 37 ετών. Όταν ήταν νεότερος, ο πατέρας του διαγνώστηκε με καρκίνο στο έντερο. Μέσα σε λίγους μήνες, είδε τον άνθρωπο που θεωρούσε στήριγμα να καταβάλλεται καθημερινά από την ασθένεια, μέχρι που τελικά έφυγε από τη ζωή.
«Όταν είσαι στην εφηβεία ή στα είκοσι, νομίζεις ότι οι γονείς σου θα είναι πάντα εκεί», περιγράφει ο Γιώργος X. στα nea.gr. «Το να βλέπεις τον πατέρα σου να χάνει τη μάχη μέρα με τη μέρα είναι μια διαδικασία που σε ενηλικιώνει βίαια. Βλέπεις τον θάνατο να πλησιάζει και νιώθεις εντελώς αβοήθητος. Δεν ήξερα πώς να τον διαχειριστώ, πώς να του μιλήσω, πώς να σταθώ δίπλα του χωρίς να καταρρεύσω. Η απώλειά σου αφήνει ένα κενό που δεν κλείνει ποτέ, απλώς μαθαίνεις να ζεις με αυτό. Nομίζω με βοήθησε ότι ίδιος είχε θάρρος μαζί μου, και με την ίδια την έλευση του θανάτου του. Δεν ξέρω που το βρήκε, αλλά το είχε.»
Απέναντι σε αυτόν τον βαθύ ανθρώπινο πόνο, η ειδική στήριξη δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά επιτακτική ανάγκη. Όπως επισημαίνει ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής Αντώνης Οικονομόπουλος, η διαχείριση μιας σοβαρής ασθένειας ή του τελικού σταδίου της ζωής ενός γονιού απαιτεί ουσιαστική και συνεχή ψυχολογική υποστήριξη στα παιδιά, είτε αυτά είναι ανήλικα είτε ενήλικα.
«Τα παιδιά χρειάζονται ειλικρίνεια προσαρμοσμένη στην ηλικία τους, καθώς η απόκρυψη της αλήθειας συχνά γιγαντώνει τη φαντασία και τον φόβο τους. Η διαδικασία αυτή απαιτεί από τους συγγενείς και τους φροντιστές να δημιουργήσουν ένα ασφαλές πλαίσιο όπου το παιδί θα μπορεί να εκφράσει τον θυμό, τη θλίψη και τις απορίες του χωρίς ενοχές. Για τους νεαρούς ενήλικες, η στήριξη εστιάζει στη διαχείριση του προπαρασκευαστικού πένθους και στην αποδοχή της απώλειας, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν τη ζωή τους διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη και τη σχέση με τον γονέα που φεύγει» εξηγεί ο κ. Οικονομόπουλος.
Η απώλεια ή η βαριά ασθένεια ενός γονέα δοκιμάζει τις αντοχές ολόκληρης της οικογένειας, αλλά η σωστή ψυχολογική καθοδήγηση μπορεί να αποδειχθεί σωσίβιο. Όπως υπογραμμίζει ο κ. Οικονομόπουλος, η αντιμετώπιση αυτής της σκληρής πραγματικότητας δεν σημαίνει ότι σβήνεται ο πόνος, αλλά ότι δίνεται χώρος στον άνθρωπο να σταθεί ξανά στα πόδια του. Με την κατάλληλη καθοδήγηση, οι οικογένειες μαθαίνουν να μετατρέπουν τον φόβο σε μοιρασμένη αγάπη. Χτίζοντας μια εσωτερική ανθεκτικότητα τους επιτρέπει να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη εκείνων που φεύγουν, χωρίς να χάνουν το δικό τους μέλλον.