Πριν ένα νοικοκυριό ξεκινήσει να πληρώνει τρόφιμα, μετακινήσεις ή οποιαδήποτε άλλη ανάγκη, το ενοίκιο ή η δόση ενός στεγαστικού δανείου, το ρεύμα, η θέρμανση, το νερό, τα κοινόχρηστα και οι εκτός προγράμματος επισκευές έχουν αφαιρέσει το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Η στεγαστική κρίση έχει πάψει να αφορά μόνο όσους αναζητούν κατοικία και πιέζει το ίδιο και εκείνους που ήδη νοικιάζουν, ενώ αποκλείει τους νεότερους από την αγορά και μετατρέπει ακόμη και μια αύξηση του μισθού σε χρήματα που χάνονται πριν φτάσουν στο νοικοκυριό.
Η Eurostat αποτυπώνει το μέγεθος της οικονομικής ασφυξίας, που ζουν καθημερινά τα περισσότερα νοικοκυριά της χώρας. Τα τελευταία στοιχεία αφορούν το σύνολο του 2025, όπου το 26,4% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά, με το συνολικό κόστος στέγασης να ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Ελλάδα παρέμεινε πρώτη στην Ευρώπη, παρά τη μείωση σε σχέση με το 2024.
Το ποσοστό δεν σημαίνει ότι κάθε Ελληνας πληρώνει το 40% του μισθού του μόνο για ενοίκιο, αλλά περιλαμβάνει το σύνολο της στεγαστικής δαπάνης, καθαρό από επιδόματα. Η μέτρηση της Eurostat έδειξε ότι το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεσαν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγη, σχεδόν διπλάσιο από το 19% της ΕΕ. Η ακρίβεια καθυστερεί και την αυτονόμηση των νέων. Το 2025 οι νέοι στην Ελλάδα έφευγαν από την οικογενειακή κατοικία κατά μέσο όρο στα 30,9 χρόνια, ενώ το 25,6% των ηλικιών 15 έως 29 βρισκόταν πάνω από το όριο του 40%. Στις ηλικίες 20 έως 24 το ποσοστό έφτανε στο 28,1%.
Οι τιμές
Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι ζητούμενες τιμές ενοικίασης αυξήθηκαν πανελλαδικά κατά 1,3% σε ετήσια βάση, στην Αττική κατά 4,5% και στη Θεσσαλονίκη κατά 6,6%. Στο κέντρο της Αθήνας η μέση ζητούμενη τιμή διαμορφώθηκε στα 12 ευρώ ανά τετραγωνικό και στα νότια προάστια στα 13,3 ευρώ. Η τιμή ενοικίου σε ένα διαμέρισμα 70 τετραγωνικών στο κέντρο έχει φτάσει πλέον τα 840 ευρώ τον μήνα και το κόστος αυτό είναι πριν προστεθεί οποιοσδήποτε λογαριασμός, πάγιο έξοδο ή έκτακτη ανάγκη. Το ποσό υπερβαίνει τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές, ενός εργαζομένου χωρίς προϋπηρεσία που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ.
Δεν πρόκειται για σύγκριση θεωρητική, καθώς τα ενοίκια από το 2019 έως το 2024, στην Αθήνα αυξήθηκαν περισσότερο από 50%, ενώ οι μέσες αποδοχές περίπου 27%. Η αγορά κατοικίας απομακρύνεται επίσης από τα ελληνικά εισοδήματα. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων κατά 5,5% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, μετά το 8,3% του 2025 και το 9,1% του 2024. Από το χαμηλό του 2017 οι τιμές έχουν αυξηθεί περίπου 94% πανελλαδικά και 110,9% στην Αττική. Η αύξηση συνεχίζεται με ηπιότερη ταχύτητα, αλλά πάνω σε επίπεδα που έχουν ήδη αποκλείσει μεγάλο μέρος των υποψήφιων αγοραστών.
Ο λογαριασμός
Το ενοίκιο αποτελεί το σημαντικότερο βάρος στη στεγαστική δαπάνη, αλλά δεν είναι το μόνο. Η ΕΛΣΤΑΤ υπολόγισε ότι ένα νοικοκυριό δαπανούσε κατά μέσο όρο 268,12 ευρώ τον μήνα για τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας της κατοικίας, ποσό αυξημένο κατά 8,3% μέσα σε ένα έτος, γεγονός που αποδεικνύει, ότι πέρα από το ενοίκιο κάθε μισθωτή, ένα πολύ μεγάλο βάρος προέρχεται και από ενέργεια, ύδρευση, συντήρηση και συναφείς υπηρεσίες.
Η εικόνα επιδεινώθηκε απότομα τον Σεπτέμβριο, καθώς η ομάδα «στέγαση» του πληθωρισμού αυξήθηκε κατά 14,7% σε ετήσια βάση. Τα ενοίκια ήταν ακριβότερα κατά 5,9%, οι επισκευές και η συντήρηση κατά 5,3%, οι υπηρεσίες που συνδέονται με το σπίτι κατά 5,7% και το ρεύμα κατά 15%. Το φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά 55,2% και το πετρέλαιο θέρμανσης κατά 53,2%, μετατρέποντας την αρχή του χειμώνα σε μια ακόμα δύσκολη δοκιμασία.
Η κρίση δεν αποτυπώνεται μόνο στους λογαριασμούς αλλά και στις συνθήκες διαβίωσης. Το 2025 το 18,1% του πληθυσμού δήλωνε ότι αδυνατούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ενωση, έναντι 8,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, παρά τη γενικότερη οικονομική ανάκαμψη και τις κυβερνητικές ενισχύσεις. Η έλλειψη προσφοράς παραμένει για τη χώρα το μεγάλο πρόβλημα, σε συνδυασμό με τις υπέρογκες αυξήσεις στις τιμές των κατοικιών και των ενοικίων. Η πολυετής κατάρρευση της οικοδομής, οι κλειστές κατοικίες, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και η επενδυτική ζήτηση περιόρισαν το διαθέσιμο απόθεμα, ενώ η ιδιοκατοίκηση έπεσε κάτω από 70% το 2024, από περίπου 77% το 2009. Οι εξελίξεις καθιστούν πλέον τη στεγαστική κρίση πρόβλημα όχι μόνο των χαμηλών εισοδημάτων, αλλά και της μεσαίας τάξης, ενώ αναβάλλει την ανεξαρτητοποίηση των νέων και μετατρέπει κάθε αύξηση μισθού σε εισόδημα που προλαβαίνει να απορροφήσει το σπίτι.